ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Το τεστ Παπανικολάου (τεστ ΠΑΠ) ανακαλύφθηκε από  τον Έλληνα γιατρό και βιολόγο Γεώργιο Παπανικολάου, που μελέτησε για πρώτη φορά το κολπικό επίχρισμα σε ινδικά χοιρίδια. Το 1920 πραγματοποίησε τις πρώτες κλινικοεργαστηριακές μελέτες για τη διαγνωστική αξία της κυτταρολογικής εξέτασης του κολπικού επιχρίσματος σε γυναίκες, η οποία πήρε και το όνομά του, τεστ Παπανικολάου, γνωστό και ως τεστ ΠΑΠ.

Το 1923 άρχισε να εφαρμόζεται σε γυναίκες ανά τον κόσμο για την έγκαιρη διάγνωση κυτταρικών αλλοιώσεων και νεοπλασιών του τραχήλου της μήτρας. Πιο συγκεκριμένα, το τεστ ΠΑΠ καθιερώθηκε παγκοσμίως ως αναγνωρισμένη ιατρική εξέταση για την ανίχνευση φλεγμονών, καθώς και κυτταρικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας που μπορεί να αφορούν προ-καρκινικά ή καρκινικά κύτταρα.

Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση από τη στιγμή που η γυναίκα ξεκινάει να είναι σεξουαλικώς ενεργή, ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρίσκεται γιατί οι κυτταρικές αλλοιώσεις που οδηγούν στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων ή αλλιώς HPV που μεταδίδεται σεξουαλικά. Σε ηλικίες άνω των 65, συνήθως, απαιτείται η εξέταση ανά διετία.

Η διαδικασία λήψεως γίνεται συνήθως από τον ιατρό γυναικολόγο ή από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδανικά στην μέση του κύκλου της γυναίκας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά το τέλος της έμμηνης ρήσεως και είναι σύντομη και ανώδυνη.  Απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην αλλοιωθούν τα αποτελέσματα είναι η αποχή από την σεξουαλική επαφή για 48 ώρες, να μην έχουν γίνει κολπικές πλύσεις ή χρήσεις άλλων σκευασμάτων όπως κρέμες.

Υπάρχουν δύο τεστ ΠΑΠ που χρησιμοποιούνται: ι) Συμβατικό Τεστ Παπ, ιι) Κυτταρολογία Υγρής Φάσης (LiquidBased Cytology, LBC)

Στο Συμβατικό Τεστ ΠΑΠ ο γιατρός λαμβάνει πλακώδη κύτταρα από την επιφάνεια του τραχήλου με σπάτουλα, αδενικά κύτταρα από τον ενδοτραχηλικό σωλήνα και μεταπλαστικά κύτταρα από την ζώνη μετάπλασης με βουρτσάκι. Το δείγμα επιστρώνεται απευθείας σε γυάλινη πλάκα και μονιμοποιείται με την χρήση σπρέι ή σε διάλυμα αλκοόλης. Στη συνέχεια ακολουθεί χρώση των κυττάρων για εξέταση στο μικροσκόπιο.

Στο εργαστήριό μας προτείνουμε τη χρήση του πιστοποιημένου με CE ιατροτεχνολογικού προϊόντος Cervex-Brush Combi. To εργονομικό σχήμα του επιτρέπει ταυτόχρονη λήψη κυττάρων ενδοτραχηλικών, εξωτραχηλικών και από τη ζώνη μετάπλασης χωρίς να αυξάνει τα ποσοστά αίματος ή πόνου.

 

To Cervex-Brush Combi ελέγχθηκε και βρέθηκε να

  • Συλλέγει 2-3 φορές περισσότερα ενδοτραχηλικά κύτταρα σε σχέση με την παλιότερη έκδοση Cervex-Brush (P < 0.00001) και παρόμοιο αριθμό πλακωδών κυττάρων με δύο πλήρεις περιστροφές
  • Συλλέγει σημαντικά περισσότερα ενδοτραχηλικά κύτταρα και κύτταρα της ζώνης μετάπλασης (αδενικά και/ή μεταπλαστικά) σε σχέση με συνδυασμό Cytobrush/ σπάτουλα Ayres (p = 0.001)
  • Αυξάνει την ευαισθησία του τεστ PAP στη διάγνωση LSIL & ASCUS έναντι του Cervex-Brush
  • Δίνει σημαντικά μεγαλύτερο HPV ϊικό φορτίο
  • Δίνει υψηλότερα ποσοστά ανίχνευσης του HPV 18 σε HPV τεστ
  • Χρησιμοποιείται τόσο σε τεστ PAP συμβατικό ή υγρής φάσης, καθώς το υδρόφοβο υλικό του απελευθερώνει τα κύτταρα στο υγρό, όσο και σε HPV τεστ.

Παρά το γεγονός ότι η συμβατική μέθοδος είναι καθιερωμένη, παρατηρήθηκαν πολλά περιστατικά κατά τα οποία τα δείγματα έδιναν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα κυρίως λόγω της ποιότητας του δείγματος. Οι κυτταρικές αλλοιώσεις δεν ήταν πάντα διακριτές από τις διάφορες προσμίξεις του δείγματος. Έτσι, χρησιμοποιείται πλέον και το τεστ ΠΑΠ υγρής κυτταρολογίας.

Το τεστ Παπανικολάου (τεστ ΠΑΠ) ανακαλύφθηκε από  τον Έλληνα γιατρό και βιολόγο Γεώργιο Παπανικολάου, που μελέτησε για πρώτη φορά το κολπικό επίχρισμα σε ινδικά χοιρίδια. Το 1920 πραγματοποίησε τις πρώτες κλινικοεργαστηριακές μελέτες για τη διαγνωστική αξία της κυτταρολογικής εξέτασης του κολπικού επιχρίσματος σε γυναίκες, η οποία πήρε και το όνομά του, τεστ Παπανικολάου, γνωστό και ως τεστ ΠΑΠ. Το 1923 άρχισε να εφαρμόζεται σε γυναίκες ανά τον κόσμο για την έγκαιρη διάγνωση κυτταρικών αλλοιώσεων και νεοπλασιών του τραχήλου της μήτρας. Πιο συγκεκριμένα, το τεστ ΠΑΠ καθιερώθηκε παγκοσμίως ως αναγνωρισμένη ιατρική εξέταση για την ανίχνευση φλεγμονών, καθώς και κυτταρικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας που μπορεί να αφορούν προ-καρκινικά ή καρκινικά κύτταρα.

Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση από τη στιγμή που η γυναίκα ξεκινάει να είναι σεξουαλικώς ενεργή, ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρίσκεται γιατί οι κυτταρικές αλλοιώσεις που οδηγούν στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων ή αλλιώς HPV που μεταδίδεται σεξουαλικά. Σε ηλικίες άνω των 65, συνήθως, απαιτείται η εξέταση ανά διετία.

Η διαδικασία λήψεως γίνεται συνήθως από τον ιατρό γυναικολόγο ή από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδανικά στην μέση του κύκλου της γυναίκας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά το τέλος της έμμηνης ρήσεως και είναι σύντομη και ανώδυνη.  Απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην αλλοιωθούν τα αποτελέσματα είναι η αποχή από την σεξουαλική επαφή για 48 ώρες, να μην έχουν γίνει κολπικές πλύσεις ή χρήσεις άλλων σκευασμάτων όπως κρέμες.

Υπάρχουν δύο τεστ ΠΑΠ που χρησιμοποιούνται: ι) Συμβατικό Τεστ Παπ, ιι) Κυτταρολογία Υγρής Φάσης (Liquid-Based Cytology, LBC)

Στην Kυτταρολογία υγρής φάσης (LBC) Το δείγμα μεταφέρεται σε ειδικό μπουκαλάκι με υγρό το οποίο, μετά από επεξεργασία, δίνει τη δυνατότητα να διαχωριστούν τα κύτταρα από άλλα στοιχεία που μπορεί να συλλέγονται κατά την λήψη του δείγματος όπως βλέννη, αίμα κ.ά.

Τα πλεονεκτήματα αυτής της μεθόδου συνοψίζονται παρακάτω:

  • Υψηλή ευαισθησία
  • Καταλληλότητα δείγματος
  • Χρήση ίδιου δείγματος για περαιτέρω εξετάσεις – ΗPV DNA test –ιδιαίτερα θετικό για την ασθενή που δεν υποβάλλεται στην ίδια διαδικασία
  • Ευκολότερη λήψη
  • Cervex Brush – Combi – καλύτερη λήψη κυττάρων

Η παρακέντηση μαστού με λεπτή βελόνη (FNA μαστού) είναι ευρέως αποδεκτή διαγνωστική μέθοδος, που έχει αντικαταστήσει σε πολλές περιπτώσεις την ανοιχτή χειρουργική βιοψία και έχει καταστήσει δυνατό τον καθορισμό της οριστικής θεραπείας προεγχειρητικά. Ψηλαφητές αλλοιώσεις μπορούν θαυμάσια να παρακεντηθούν με λεπτή βελόνη (23G ή μικρότερη), ενώ είναι δυνατή η παρακέντηση ακόμη και μικρότερων, μη ψηλαφητών αλλοιώσεων, με τη βοήθεια απεικονιστικών τεχνικών, κυρίως υπερηχοτομογράφου. Με την FNA μαστού ένας έμπειρος κυτταρολόγος ιατρός μπορεί να διαγνώσει με αρκετά μεγάλη ακρίβεια φλεγμονώδεις παθήσεις, πρωτοπαθή νεοπλάσματα, μεταστατικούς όγκους, άτυπες επιθηλιακές αλλοιώσεις ή την  υποτροπή καρκίνου του μαστού.

 

Τα πλεονεκτήματα της FNA συνοψίζονται στα εξής:

  • Χαμηλό κόστος
  • Είναι ελάχιστα τραυματική τεχνική
  • Είναι καλά αποδεκτή από ιατρούς και ασθενείς
  • Παρέχει γρήγορο και αξιόπιστο αποτέλεσμα
  • Βοηθά στον προεγχειρητικό σχεδιασμό της θεραπείας
  • Μπορούν να εφαρμοστούν ανοσοκυτταροχημικοί ή μοριακοί δείκτες
  • Εκτιμώνται πολλά οζίδια/αλλοιώσεις
  • Διαφοροδιαγιγνώσκει μαστίτιδα από φλεγμονώδες καρκίνωμα και ενδομαστικούς λεμφαδένες από επιθηλιακές αλλοιώσεις, ιδιαίτερα στην περιοχή της ουράς του μαστού
  • Αποφεύγεται η ανοιχτή βιοψία σε μη νεοπλασματικές αλλοιώσεις, σε ανεγχείρητους ή υποτροπιάζοντες καρκίνους
  • Παρέχει ακριβή και γρήγορη εκτίμηση της υποτροπής σε τοπικά αναπτυσσόμενους καρκίνους (ιδίως υποτροπή στο θωρακικό τοίχωμα) για καλύτερη σταδιοποίηση του όγκου
  • Ανακουφίζει την ασθενή μετά την κενωτική παρακέντηση κύστης

Είτε πρόκειται για το έκκριμα θηλής, είτε για την FNA μαστού, ο ιατρός απλώνει το υλικό σε λεπτή γυάλινη πλάκα την οποία στέλνει στο κυτταρολογικό εργαστήριο για χρώση και μικροσκοπική εξέταση.

Στις μέρες μας το 50-70% των γυναικών που αναπτύσσουν καρκίνο του μαστού δεν έχουν κανένα ανησυχητικό προειδοποιητικό σύμπτωμα. Το τεστ Παπ μαστού μπορεί να βοηθήσει τον κλινικό ιατρό να αναγνωρίσει έγκαιρα τις γυναίκες που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου και που έχουν πολύ υψηλές πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο μαστού στο μέλλον.

Τακτική επανάληψη του τεστ Παπ μαστού εξασφαλίζει την πρώιμη και έγκαιρη διάγνωση προκαρκινικών αλλοιώσεων γύρω από τη θηλή και τους μεγάλους γαλακτοφόρους πόρους. Σε συνδυασμό με μαστογραφία, υπερηχογράφημα και ψηλάφηση μαστών, προσφέρει υψηλού βαθμού προστασία από τον καρκίνο του μαστού.

Το τεστ Παπ μαστού αποτελεί μια μη επεμβατική, ανώδυνη, εξέταση που διαρκεί μόλις 5 λεπτά. Πρόκειται για ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο συλλογής εκκρίματος από τις θηλές των μαστών. Τακτική επανάληψη του τεστ Παπ μαστών εξασφαλίζει αποτελεσματική και έγκαιρη πρόληψη των θηλωμάτων του μαστού.

Όλες οι γυναίκες μπορούν να κάνουν το τεστ Παπ μαστού. Υπάρχουν όμως ομάδες γυναικών που έχουν απόλυτη ένδειξη. Αυτές είναι:

  • Γυναίκες 25-55 ετών
  • Έχουν λάβει για μεγάλο διάστημα αντισυλληπτικά
  • Παχύσαρκες
  • Καπνίστριες
  • Υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου μαστού και ωοθηκών
  • Εμφανίζουν έκκριμα από την θηλή

           

ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΓΡΩΝ

Η κυτταρολογική εξέταση των υγρών συλλογών σωματικών κοιλοτήτων είναι η πιο απλή εξέταση για μια οριστική διάγνωση κακοήθους προέλευσης της συλλογής. Επιπλέον, κυτταρολογική εκτίμηση της περιτοναϊκής κοιλότητας και του δουγλάσειου χώρου μπορεί να γίνει και μετά από έκπλυση (washing).

Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχουν τέσσερις κοιλότητες του σώματος στις οποίες μπορεί να συσσωρευτεί υγρό (δεξιά και αριστερή πλευρική κοιλότητα, περιτοναϊκή κοιλότητα, περικαρδική κοιλότητα). Παρόλο αυτά υπάρχουν πάρα πολλές αιτίες εκχύσεων.

Η συσσώρευση υγρών κατατάσσεται σε 4 κατηγορίες: την υδροστατική, τη μολυσματική, τη μη μολυσματική, τη φλεγμονώδη και την κακοήθη.

Επίσης τα υγρά των σωματικών κοιλοτήτων διακρίνονται σε διϊδρώματα και εξιδρώματα, μια διάκριση που γίνεται με βάση τη χημική ανάλυση του υγρού. Τα διϊδρώματα έχουν χαμηλό αριθμό κυττάρων και πρωτεϊνών και προκαλούνται από καρδιακή ανεπάρκεια ή ανισορροπία της πρωτεϊνο-ηλεκτρολυτικής αναλογίας. Τα εξιδρώματα αντίθετα έχουν υψηλή κυτταροβρίθεια, συχνά λόγω μιας ενεργούς φλεγμονώδους διαδικασίας που επηρεάζει την κοιλότητα του σώματος.

Τα κυτταρολογικά υλικά μπορεί να ληφθούν:

  • Mε παρακέντηση (θώρακος, περιτοναίου, περικαρδίου, δουγλασείου)
  • Mε λήψη επιχρισμάτων κατά την ενδοσκόπηση (λαπαροσκόπηση, θωρακοσκόπηση, περικαρδιοσκόπηση)
  • Mε αναρρόφηση με λεπτό καθετήρα
  • Mε παροχέτευση της υπό διερεύνηση κοιλότητας (μεσοθωράκιο, περικάρδιο, περιτόναιο).

            Για να αποφευχθεί πήξη του αίματος, το δείγμα λαμβάνεται σε ηπαρινισμένα δοχεία. Το δείγμα μπορεί να διατηρηθεί στο ψυγείο σε θερμοκρασία 4°C, για πολλές ημέρες χωρίς κανένα πρόβλημα. Στη συνέχεια το υλικό μπορεί να φυγοκεντρηθεί και το ίζημα να παρασκευαστεί σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες κυτταρολογικές μεθόδους.

Η κυτταρολογική εξέταση των ούρων χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις για τη διάγνωση κυρίως του καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Μπορεί, ωστόσο, να ανιχνεύσει και τον καρκίνο άλλων οργάνων του ουροποιητικού συστήματος. Ο θεράπων ιατρός θα ζητήσει αυτήν την εξέταση όταν υπάρχει υποψία για καρκίνο ουροδόχου κύστης, νεφρών, ουρητήρων, ουρήθρας ή όταν παρακολουθεί ασθενή που έχει υποβληθεί σε θεραπεία για καρκίνο ουροδόχου κύστης και είναι αναγκαία η έγκαιρη διάγνωση τυχόν υποτροπής.

Τα ούρα, όπως αποβάλλονται από το σώμα, παρασύρουν μαζί τους και κάποια κύτταρα του ουροποιητικού συστήματος ( νεφρά, ουρητήρες, ουροδόχο κύστη, ουρήθρα). Στην περίπτωση όπου υπάρχει κάποιος όγκος σε κάποιο από αυτά τα όργανα, θα συμπαρασυρθούν και καρκινικά κύτταρα, τα οποία θα μπορέσει να αναγνωρίσει ο κυτταρολόγος στο δείγμα των ούρων.

Συγκεκριμένα, με την κυτταρολογική ανάλυση ούρων ανιχνεύονται:

  • νεοπλάσματα της ουροδόχου κύστης και των νεφρών
  • στοιχεία φλεγμονής του ουροποιητικού με χαρακτηρισμό των πυοσφαιρίων (ουδετερόφιλα, πολυμορφοπύρηνα και ιστιοκύτταρα), και του αντιδραστικού χαρακτήρα των επιθηλιακών κυττάρων
  • βακτήρια και άλλοι μικροοργανισμοί (τριχομονάδες κόλπου, μυκητιάσεις του Candida albicans)
  • κυτταροπαθολογικές αλλοιώσεις από ιούς (π.χ. ιός του απλού έρπητα, κυτταρομεγαλοϊός)

Για την εξέταση αυτή δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία. Το δείγμα συλλέγεται λίγο μετά την πρώτη πρωινή ούρηση σε αποστειρωμένο ουροδοχείο. Σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται η συλλογή περισσότερων του ενός δειγμάτων σε διαφορετικές ημέρες ή ακόμα και η συλλογή με ειδικό καθετήρα και τη βοήθεια του ιατρού. Τα δείγματα αποστέλλονται έγκαιρα στο κυτταρολογικό εργαστήριο όπου γίνεται η κατάλληλη επεξεργασία τους ώστε να μελετηθούν από τον κυτταρολόγο στο μικροσκόπιο.

Η κυτταρολογική ανάλυση των πτυέλων αποτελεί την πιο ανώδυνη εξέταση για τον ασθενή. Φλέγματα, που προέρχονται από βαθύ βήχα, εξετάζονται στο εργαστήριο για τυχόν παρουσία καρκινικών κυττάρων. Οι κυτταρολογικές πτυέλων σε συνδυασμό με την ακτινογραφία θώρακος σε καπνιστές μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα.

Σε ποσοστό 80%, ανάλογα με την εντόπιση του όγκου και άλλους παράγοντες, οι κυτταρολογικές πτυέλων μπορούν να διαγνώσουν τον καρκίνο του πνεύμονα. Το πλεονέκτημα της κυτταρολογικής είναι η ικανότητά της να ανιχνεύει καρκινικά κύτταρα, πριν ακόμη ο όγκος γίνει ορατός στην ακτινογραφία ή την βρογχοσκόπηση.

Εκτός από τα πτύελα, κυτταρολογική εξέταση μπορεί να γίνει και στο υγρό που λαμβάνει ο θεράπων ιατρός με θωρακοκέντηση, δηλαδή με αναρρόφηση από τον πνεύμονα με τη βοήθεια λεπτής βελόνας και μιας σύριγγας. Σε κάθε περίπτωση, το υλικό που προέρχεται από το αναπνευστικό σύστημα εξετάζεται μετά από κατάλληλη επεξεργασία μικροσκοπικά από τον κυτταρολόγο για την τυχόν ανίχνευση καρκινικών κυττάρων. Επιπλέον, ο κυτταρολόγος μπορεί να διαγνώσει λοιμώξεις και φλεγμονώδεις νόσους και να συμβάλει στην καταλληλότερη για κάθε περίπτωση θεραπεία.

FNA ΘΥΡΟΕΙΔΟΥΣ ΑΔΕΝΑ

Η παρακέντηση θυρεοειδούς με λεπτή βελόνη (FNA) είναι μια διαδικασία που λαμβάνει υλικό από τον όζο για ιστολογικό έλεγχο και είναι ο πλέον αξιόπιστος τρόπος για επιβεβαίωση ή αποκλεισμό παρουσίας καρκίνου. Η παρακέντηση γίνεται υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση, δηλαδή με συνεχή παρακολούθηση της βελόνας με υπέρηχο, ώστε να εξασφαλίζεται:

α) ασφάλεια από πιθανή κάκωση παρακείμενων δομών

β) λήψη υλικού από τον όζο και όχι από τον παρακείμενο φυσιολογικό ιστό γ) λήψη υλικού από την πιο ύποπτη περιοχή του όζου.

Η FNA με υπερηχογραφική καθοδήγηση σήμερα είναι πια αποδεκτή σαν η πλέον ανώδυνη, χαμηλού κόστους σε σχέση με την ανοικτή βιοψία, εύκολη, ανεκτή από τον ασθενή, τραυματίζοντας ελάχιστα και με σπανιότατες επιπλοκές (αιμορραγία, οίδημα και φλεγμονή). Αν η παρακέντηση γίνει σωστά, η ευαισθησία της ξεπερνάει το 95%, ενώ η ειδικότητα είναι πάνω από 90% (ανάλογα με την ιστολογική διάγνωση).

ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΝ

Η κυτταρολογική εκτίμηση του υλικού που λαμβάνεται με παρακέντηση διά λεπτής βελόνης (Fine Needle Aspiration Cytology, FNAC) αποτελεί μια ευρύτατα διαδεδομένη και επιστημονικά παραδεκτή μέθοδο διαγνωστικής προσέγγισης παθήσεων που αφορούν σε πολλά όργανα του ανθρώπινου οργανισμού.

Παρότι η FNA έχει αποδώσει πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα στη διαγνωστική διερεύνηση δερματικών αλλοιώσεων, η χρήση της δεν είναι ευρεία, πιθανόν λόγω της ευχέρειας της χειρουργικής αφαίρεσης και ιστολογικής εξέτασης οποιουδήποτε δερματικού ογκιδίου. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, στις οποίες η προεγχειρητική διάγνωση είναι απαραίτητη για το σωστό σχεδιασμό της θεραπείας που θα ακολουθηθεί.

Η χρήση τέτοιων σχημάτων θεραπείας έχει ιδιαίτερη σημασία για άτομα μεγάλης ηλικίας με καρδιακές παθήσεις ή υπό συστηματική θεραπευτική αγωγή, καθώς και για άτομα με πολλαπλές και εκτεταμένες δερματικές βλάβες, των οποίων η χειρουργική αφαίρεση θα προκαλούσε σημαντικές επιπλοκές, ενώ η αισθητική αποκατάσταση θα απαιτούσε μεταμόσχευση σημαντικής έκτασης δερματικού κρημνού.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, η FNA μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία ή την απουσία κακοήθειας, αλλά και τον ιστολογικό τύπο της υπό παρακέντηση εξεργασίας. Η διαδικασία είναι ελάχιστα τραυματική, ασφαλής, μειωμένου χρηματικού κόστους και πολύ καλά αποδεκτή από τον ασθενή και τους οικείους του. Η χρήση FNAC δικαιολογείται ειδικά σε εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να διερευνηθεί τυχόν υποτροπή ενός παλαιότερα εμφανισθέντος και ιατρικά αντιμετωπισθέντος νεοπλάσματος.

Η χρήση της FNAC καθίσταται περισσότερο ενδεδειγμένη όταν πρέπει να αξιολογηθούν πολλαπλές αλλοιώσεις ύποπτες υποτροπής παλαιότερης νεοπλασματικής εξεργασίας. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά στην περίπτωση του βασικοκυτταρικού καρκινώματος (BCC), ενός δερματικού όγκου πασίγνωστου για τις συχνές τοπικές υποτροπές του.

Υπολογίζεται ότι το 40% των ασθενών με BCC παρουσιάζουν τοπική υποτροπή της νόσου εντός 10 μόλις ετών από την αρχική χειρουργική εξαίρεση του όγκου.

HPV τεστ – Τυποποίηση του γονιδιώματος του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων

Η ανίχνευση του συγκεκριμένου ιού είναι κριτικής σημασίας αφού μεταδίδεται σεξουαλικά, είναι ασυμπτωματικός, χρειάζεται περίπου 2 χρόνια για το ανοσοποιητικό σύστημα να τον καταστείλει χωρίς θεραπεία και ευθύνεται για την εμφάνιση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πάνω από 290 εκ. γυναίκες έχουν μολυνθεί από τον ιό HPV. Έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν πάνω από 130 τύποι HPV και τουλάχιστον 13 τύποι υψηλού κινδύνου.

ΜΕΘΟΔΟΣ

Το εργαστήριο πραγματοποιεί 2 μεθόδους PCR – αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης. Σε πρώτη φάση το HPV screening ανιχνεύει τους 14 υψηλού κινδύνου τύπους HPV καθώς και τους 2 χαμηλού κινδύνου τύπους 6 και 11 που  ευθύνονται για το 90% της εμφάνισης των κονδυλωμάτων.

Σε δεύτερη φάση και εφ’ όσον το δείγμα βγει θετικό για την παρουσία κάποιου τύπου HPV, το HPV Genotyping ταυτοποιεί και τους 14 υψηλού κινδύνου τύπους – HPV 16, 18, 31, 33, 35, 39, 45, 51, 52, 56, 58, 59, 66, 68 – του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων που ανιχνεύονται στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Οι τελευταίες μελέτες έχουν δείξει ότι ειδικά οι HPV 16 και 18 ευθύνονται για το 70% των καρκίνων του τραχήλου της μήτρας παγκοσμίως.

Η μέθοδος που χρησιμοποιείται στο εργαστήριο έχει υψηλή ευαισθησία 98% που οφείλεται:
  • Στην χρήση εσωτερικού control που βεβαιώνει την ύπαρξη επαρκούς γενετικού υλικού για τη διενέργεια της εξέτασης
  • Στην τεχνική ανάλυσης που δεν επιτρέπει διασταυρούμενες αντιδράσεις  μεταξύ των διαφορετικών τύπων του HPV
  • Στην αποδεδειγμένη διενέργεια της εξέτασης χωρίς διασταυρούμενες αντιδράσεις μεταξύ των διαφόρων παθογόνων της περιοχής του κόλπου όπως C. Albicans, P. Vulgaris, C. Pseudodiptheriticum, S. Aureus, E. Faecalis, S. Epidermidis, E. Coli, S. Mitis, L. Acidophilus, S. Pyogenes, HSV-1 και HSV-2, C. Trachomatis, N. Gonorrhoeae, HIV-1 (pol and env regions) και M. Hominis.
  • Στην χαμηλή απαίτηση γενετικού υλικού (130 αντίγραφα DNA/ αντίδραση) για την εξέταση και το αποτέλεσμα 

Για  τη διενέργεια της εξέτασης μπορεί να χρησιμοποιηθεί το δείγμα από την κυτταρολογία υγρής φάσης έτσι ώστε να μην χρειάζεται η ασθενής να υποβληθεί στην ίδια διαδικασία δεύτερη φορά.

Εφαρμογή σε:
  • Περιπτώσεις που τα αποτελέσματα από το τεστ PAP δεν είναι ξεκάθαρα για κυτταρικές αλλοιώσεις
  • Περιπτώσεις που ήδη έχει γίνει διάγνωση της υπάρξης του ιού και η ασθενής είναι υπό θεραπεία
  • Σε ηλικίες άνω των 30 ετών η Αμερικανική Ογκολογική Εταιρεία συνιστά την χρήση του HPV τεστ παράλληλα με το τεστ PAP

Αποτελέσματα

Αξιολόγηση

Επανέλεγχος

HPV τεστ αρνητικό,

Τεστ ΠΑΠ φυσιολογικό

Κίνδυνος για εμφάνιση καρκίνου του τραχήλου της μήτρας είναι σε χαμηλά επίπεδα

Συνιστάται επανέλεγχος

HPV τεστ θετικό,

Τεστ ΠΑΠ φυσιολογικό

Τα τραχηλικά κύτταρα έχουν μολυνθεί με υψηλού κινδύνου τύπο HPV, χωρίς να παρατηρούνται κυτταρικές αλλοιώσεις

Συνιστάται επανέλεγχος των σε ένα χρόνο ή έλεγχος για την ταυτοποίση του ιού HPV 16 και 18. Σε περίπτωση ανίχνευσής τους συνιστάται κολποσκόπηση. Αν δεν ανιχνευθεί κάποιος από τους 2 τύπους συνιστάται επανέλεγχος των 2 τεστ

HPV τεστ αρνητικό,

Τεστ ΠΑΠ αμφίβολο (ASCUS)

Δεν υπάρχει μόλυνση από τον ιό HPV. Ενδέχεται οι κυτταρικές αλλοιώσεις να οφείλονται σε κάποια ορμονική διαταραχή, μόλυνση ή φλεγμονή

Επανέλεγχος σε ένα χρόνο

HPV τεστ θετικό,

Τεστ ΠΑΠ αμφίβολο (ASCUS)

Μόλυνση των τραχηλικών κυττάρων από υψηλού κινδύνου τύπο HPV

Συνιστάται κολποσκόπηση

HPV τεστ αρνητικό, Τεστ ΠΑΠ με κυτταρικές αλλοιώσεις  (low-grade)

Δεν υπάρχει μόλυνση από τον ιό HPV

Συνιστάται επανεξέταση σε ένα χρόνο ή κολποσκόπηση

HPV τεστ θετικό, Τεστ ΠΑΠ με κυτταρικές αλλοιώσεις  (low-grade)

Μόλυνση των τραχηλικών κυττάρων από υψηλού κινδύνου τύπο HPV που πιθανόν να είναι υπεύθυνη για τις κυτταρικές αλλοιώσεις

Συνιστάται κολποσκόπηση

Στο εργαστήριο μοριακής βιολογίας του MinoanLab διενεργείται προγεννητικός έλεγχος. Ο προγεννητικός έλεγχος περιλαμβάνει ομάδα εξετάσεων, πριν ή κατά τη διάρκεια της κύησης, για την ανίχνευση σοβαρών γενετικών παθήσεων στο έμβρυο. Οι εξετάσεις αυτές αφορούν

  • τον έλεγχο της ομαλής εξέλιξης της κύησης για τη μητέρα και το έμβρυο
  • τη διάγνωση χρωμοσωματικών ανωμαλιών, όπως π.χ. το σύνδρομο Down κι άλλες χρωμοσωματικές ανωμαλίες
  • τη διάγνωση γενετικών νοσημάτων που οφείλονται σε μεταλλάξεις γονιδίων, με απευθείας ανάλυση του γενετικού υλικού όπως η κυστική ίνωση
  • την πιθανότητα εμφάνισης κάποιας γενετικής πάθησης σε περίπτωση οικογενειακού ιστορικού

Συνήθως οι μελλοντικοί γονείς υποβάλλονται σε εξετάσεις πριν την έναρξη της κύησης με την καθοδήγηση του ιατρού γυναικολόγου.

Γενική Αίματος, Επίπεδα Σιδήρου και Φερριτίνης

Ο έλεγχος γίνεται για να αποκλεισθεί η σιδηροπενική αναιμία. Ο σίδηρος αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τον οργανισμό καθώς βρίσκεται σε 70% στην αιμοσφαιρίνη, προσδίδει το κόκκινο χρώμα στα ερυθρά και μεταφέρει το οξυγόνο που προσλαμβάνεται από τους πνεύμονες κατά την αναπνοή σε όλο το σώμα.

Σε περίπτωση χαμηλών επιπέδων σιδήρου, δεν γινεται η απαραίτητη μεταφορά οξυγόνου από την μητέρα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα. Αυτό μπορεί να έχει διάφορες επιπτώσεις όπως χαμηλό βάρος του  εμβρύου, πρόωρο τοκετό, ενώ μπορεί να προκαλέσει προβλήματα και στην ίδια την μητέρα κατά την διάρκεια του τοκετού όπως αυξημένη απώλεια αίματος.

Έλεγχος Σακχάρου

Η μέτρηση του σακχάρου στην αρχή της κύησης όπως και το τεστ ανοχής γλυκόζης που γίνεται συνήθως μεταξύ της 23ης και 26ης εβδομάδας κύησης γίνονται για να αποκλειστεί ο διαβήτης κύησης, δηλαδή ο τύπος διαβήτη που μπορεί να αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Ο διαβήτης κύησης εμφανίζεται σε ποσοστά 1-3% και οφείλεται στην δράση κάποιων ορμονών που απελευθερώνονται από τον πλακούντα και αναστέλλουν την παραγωγή ινσουλίνης. Λόγω της δράσης της ινσουλίνης που βοηθάει στην πρόσληψη του σακχάρου από τα κύτταρα των διαφόρων ιστών, τα χαμηλά επίπεδα της ινσουλίνης έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα.

Οι επιπτώσεις εάν δεν ρυθμιστεί το σάκχαρο αναφέρονται σε πρόωρο τοκετό, προεκλαμψία, αύξηση αμνιακού υγρού έως και αποβολή. Αντίστοιχα, το έμβρυο έχει μεγαλύτερη ανάπτυξη από την φυσιολογική και σε περίπτωση πρόωρου τοκετού μπορεί να εμφανίσει πρόβλημα στους πνεύμονές του καθώς αναπτύσσονται τελευταίοι στον οργανισμό. 

Ομάδα Αίματος και Rhesus:

Η ομάδα αίματος είναι απαραίτητη σε περίπτωση που η μητέρα χρειαστεί μετάγγιση αίματος. Ο παράγοντα Rhesus είναι ιδιαίτερα σημαντικός όταν οι δύο γονείς δεν φέρουν τον ίδιο παράγοντα. Αν υποτεθεί ότι η μητέρα είναι Rh (-) και ο πατέρας του μωρού είναι Rh(+), ενδέχεται και το μωρό να είναι Rh (+).

Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει μία πιθανότητα η μήτερα να παράγει αντισώματα τα οποία αρχίζουν να επιτίθενται στα ερυθρά αιμοσφαίρια του μωρού. Στην πρώτη εγκυμοσύνη συνήθως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Σε επόμενη όμως εγκυμοσύνη, αν και πάλι το έμβρυο είναι Rh (+), υπάρχει κίνδυνος αναιμίας και αιμολυτικού ίκτερου.

Αντισώματα Ερυθράς

Στην περίπτωση που η μέλλουσα μητέρα δεν έχει αντισώματα, θα πρέπει να εμβολιαστεί. Εάν νοσήσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το μωρό μπορεί να παρουσιάσει σοβαρά προβλήματα ανάλογα με την εβδομάδα κύησης.  Παρατηρήθηκε ότι μεταξύ 8ης και 11ης εβδομάδας, οι βλάβες αφορούν τον εγκέφαλο, την καρδιά, τα μάτια και τα αυτιά. Μετά από την 12η εβδομάδα και μέχρι την 16η τα προβλήματα εστιάζονται στην ακοή ενώ μετά από την 16η εβδομάδα οι βλάβες αφορούν την ανάπτυξη των κοιλιακών του οργάνων.

Έλεγχος Ηπατίτιδας Β και C, HIV I&II, και Σύφιλης

Ηπατίτιδα: Είναι μία εξέταση η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στις εξετάσεις ρουτίνας. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις η μητέρα μπορεί να νοσεί χωρίς να το γνωρίζει καθώς μπορεί να είναι ασυμπτωματική. Kατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης,  μπορεί να προκληθούν σοβαρά προβλήματα στο έμβρυο καθώς ο ιός μπορεί να μεταδοθεί από την μητέρα στο έμβρυο, μέσω του πλακούντα, προσβάλλοντας το ήπαρ του εμβρύου.

Έλεγχος Σύφιλης

Σύφιλη: Οφείλεται στον μικροοργανισμό Treponema pallidum. Είναι σεξουαλικά μεταδιδόμενη, δεν είναι συνήθης, αλλά σε περίπτωση διάγνωσης μπορεί να αποβεί μοιραία για το έμβρυο. Αν η γυναίκα έχει μολυνθεί, θα πρέπει να διαγνωσθεί έγκαιρα καθώς ο μικροοργανισμός περνάει από την μητέρα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα. Αυτό γίνεται μέχρι τον τέταρτο μήνα κύησης.

Σε περίπτωση που το έμβρυο μολυνθεί, μπορεί η μητέρα να αποβάλλει, να πεθάνει το έμβρυο ή αν γεννηθεί να έχει και το ίδιο σύφιλη με μεγάλες επιπτώσεις στην υγεία του όπως προβλήματα στα οστά, στο νευρικό σύστημα, στο δέρμα και πολλά άλλα.

Έλεγχος HIV I/II

HIV Ι και ΙΙ: Εξέταση αίματος η οποία επίσης δεν συμπεριλαμβάνεται στις εξετάσεις ρουτίνας και αφορά λοίμωξη που μπορεί επίσης να είναι ασυμπτωματική. Σε περίπτωση που η μητέρα είναι θετική στον ιό, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την υγεία του βρέφους.

Τοξόπλασμα: Προκαλείται από το παράσιτο Toxoplasma Gondii το οποίο μπορεί να κολλήσει μία έγκυος γυναίκα από επαφή με περιττώματα από γάτες, χώμα, ωμό κρέας, λαχανικά ή μη παστεριωμένα γαλακτοκομικά. Εάν μία γυναίκα δεν έχει αντισώματα και κολλήσει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ανάλογα με τον μήνα κύησης, υπαρχει σοβαρός κίνδυνος αποβολής, προβλημάτων υγείας του μωρού ή ακόμη και το μωρό να γεννηθεί νεκρό.

Ελεγχος για Αιμολυτικό Στρεπτόκοκκο της ομάδας Β (GBS)

Βακτήρια που βρίσκονται φυσιολογικά στον οργανισμό μας αλλά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις στα νεογέννητα. Ο έλεγχος για τον Β-αιμολυτικό Στρεπτόκοκκο πραγματοποιείται με λήψη δείγματος με μπατονέτα από τον κόλπο και το ορθό στις τελευταίες  εβδομάδες κύησης (35η – 37η).

Αν μία γυναίκα βγει θετική για το συγκεκριμένο μικρόβιο θα πρέπει να υποβληθεί σε θεραπεία, συνήθως πενικιλλίνη, για την προστασία του εμβρύου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι είναι γενικά σπάνιο να νοσήσει μια γυναίκα, ακόμη και αν έχει προσβληθεί. Αν όμως νοσήσει τα συμπτώματα είναι ποικίλα όπως, αποβολή, πρόωρος τοκετός, ενδομήτριος θάνατος, κυστίτιδα. Σε περίπτωση που το βακτήριο προσβάλλει το έμβρυο, νοσεί σπάνια, κυρίως τις πρώτες ώρες από την γέννηση του και αφορά πνευμονία, σήψη, μηνιγγίτιδα, αναπνευστικά προβλήματα, προβλήματα στην καρδιά και στην αρτηριακή πίεση, γαστρεντερικά και ηπατικά προβλήματα.

Κυστική ίνωση

Η Κυστική Ίνωση είναι ένα γενετικό νόσημα που κληρονομείται με τον αυτοσωμικό υπολειπόμενο τύπο κληρονομικότητας (όπως η Μεσογειακή Αναιμία) γεγονός που σημαίνει α) άτομο που φέρει σε ένα από τα γονίδια που ευθύνονται για την πρόκληση Κυστικής Ίνωσης (CFTR, Cystic fibrosis transmembrane conductance regulator) μια παθογόνο μεταλλαγή, δεν πάσχει και είναι απλός φορέας (ετεροζυγώτης) παθογόνου μεταλλαγής, β) ότι ένα άτομο πάσχει όταν στο DNA του (στο γενετικό του υλικό) συνυπάρχουν στα δύο γονίδια που ευθύνονται για την πρόκληση Κυστικής Ίνωσης,  δύο παθογόνες μεταλλαγές που έχουν κληρονομηθεί (μία) απο κάθε γονέα. Οι παθογόνες μεταλλαγές μπορεί να είναι ίδιες (ομόζυγη κατάσταση) ή διαφορετικές (διπλά ή σύνθετη ετεροζυγωτία). Συνήθως τα άτομα με κυστική ίνωση παράγουν παχύρευστες, κολλώδεις εκκρίσεις που σταδιακά συσσωρεύονται και φράζουν τους  πνεύμονες προκαλώντας δυσκολία στην αναπνοή, ενώ προσβάλλουν και το πεπτικό σύστημα προκαλώντας δυσκολία στο φαγητό και στην πέψη.

Οι περισσότεροι άνδρες με κυστική ίνωση είναι στείροι. Παρά τις μελέτες που έχουν γίνει, ο μέσος όρος ζωής είναι τα 37 έτη. Σε περιπτώσεις πιο ήπιες, μπορεί να αυξηθεί το όριο ζωής μέχρι τα 50. Τα άτομα αυτά συνήθως καταλήγουν λόγω των προβλημάτων στους πνεύμονες.

Θρομβοφιλία

Περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία εμφανίζεται μία προδιάθεση για αυξημένη πηκτικότητα του αίματος και σχηματισμό θρόμβων, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες όπως κατά τη διάρκεια μίας εγκυμοσύνης. Κυρίως προκαλεί εν τω βάθει θρομβώσεις και πνευμονικη εμβολή.

Η πήξη του αίματος είναι κριτικής σημασίας. Σωστή ροή του αίματος σημαίνει σωστή μεταφορά οξυγόνου από την μητέρα στο έμβρυο, σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Οποιαδήποτε διαταραχή στην σωστή αιμάτωση μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο τοκετό, ενδομήτριο θάνατο, προεκλαμψία. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και για την ίδια την μητέρα κατά τη διάρκεια της γέννας για την αποφυγή θρομβώσεων.

Epstein Barr Virus

Ιός που ευθύνεται για την λοιμώδη μονοπυρήνωση και μεταφέρεται κυρίως με το σάλιο αλλά και με άλλα σωματικά υγρά. Τα κυριότερα συμπτώματα αφορούν πυρετό, κόπωση, πονοκεφάλους, πρησμένους λεμφαδένες, συκώτι, σπλήνα, εξανθήματα, σωματικό πόνο και ερεθισμένο λαιμό.

Το πρόβλημα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι να μην ανεβάσει πυρετό η μητέρα ή να μην παραταθεί η αυξημένη θερμοκρασία καθώς το  έμβρυο είναι πολύ πιο ευαίσθητο από ότι η μητέρα. Ο πυρετός μπορεί να προκαλέσει αποβολή στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, πρόωρο τοκετό ή γενετικές ανωμαλίες.

Καρυότυπος

Καρυότυπος ονομάζεται η εξέταση με την οποία  ελέγχεται ο αριθμός και η δομή των χρωμοσωμάτων ενός ατόμου. Χρησιμοποιείται στη διάγνωση γενετικών ασθενειών, ορισμένων γενετικών ανωμαλιών και ορισμένων αιματολογικών και λεμφικών διαταραχών.

H λήψη του δείγματος για την εξέταση καρυοτύπου:

α) για τον έλεγχο ατόμου αρκεί μια απλή αιμοληψία με αντιπηκτικό ηπαρίνης και

β) για τον προγεννητικό έλεγχο : γίνεται απο εξειδικευμένο μαιευτήρα/γυναικολόγο που μέσω της παρακέντησης στην έγκυο λαμβάνει δείγμα τροφοβλάστικού ιστού (ή χοριακές λάχνες) ή αμνιακού υγρού η αίματος από τον ομφάλιο λώρο του εμβρύου, ανάλογα με την ηλικία εγκυμοσύνης.

Η φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της ζωής της γυναίκας τόσο απο ενδογενείς όσο και εξωγενείς παράγοντες με κυριότερους την ηλικία, τις διάφορες δραστηριότητες της όπως η χρήση αντισηπτικών διαλυμάτων, οι ενδοκολπικές προθέσεις, χρήση αντισυλληπτικών, οι ορμονικές διαταραχές και η σεξουαλική δραστηριότητα επηρρεάζοντας την λειτουργία αναπαραγωγής της.

Η διαταραχής της σύστασης της φυσιολογικής χλωρίδας είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος λοιμώξεων και σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα αφορούν πλέον μεγάλο αριθμό πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι κάθε μέρα εμφανίζονται 357εκ. νέα περιστατικά. Τα πιο σημαντικά ΣΜΝ  είναι ο έρπης των γεννητικών οργάνων, λοιμώξεις από τριχομονάδες και χλαμύδια, γονόρροια, κυτταρομεγαλοϊός, HPV, HIV, σύφιλλη .

Η έγκαιρη διάγνωση είναι απαραίτητη. Πολλές φορές τα νοσήματα είναι ασυμπτωματικά ενώ άλλες φορές υπάρχουν συμπτώματα όπως:

  • Αίσθημα πόνου ή καύσου κατα την ούρηση
  • Κοπλικές εκκρίσεις
  • Κολπική αιμορραγία
  • Πρήξιμο στους λεμφαδένες
  • Εξανθήματα
  • Έλκη, εξογκώματα

Το εργαστήριο χρησιμοποιεί τη μέθοδο REAL-TIME PCR για την ποσοτική ανίχνευση της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου, των αερόβιων και αναερόβιων μικροοργανισμών, των μυκοπλασμάτων και της candida. Η μέθοδος του εργαστηρίου έχει υψηλή ευαισθησία 98-100% και χρειάζεται μικρή ποσότητα γενετικού υλικού για το τελικό αποτέλεσμα.

Πιο συγκεκριμένα ανιχνεύονται:

ΑΕΡΟΒΙΟΙ / ΑΝΑΕΡΟΒΙΟΙ ΜΙΚΡΟΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

ΜΥΚΗΤΕΣ

ΜΥΚΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

ΣΥΦΙΛΛΗ

HIV

HSV I/II

CMV

HPV

ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ Β/C

ΧΛΑΜΥΔΙΑ

ΓΟΝΟΡΡΟΙΑ

ΤΡΙΧΟΜΟΝΑΔΕΣ

Η καλλιέργεια κολπικού εκκρίματος πραγματοποιείται προκειμένου να διερευνηθεί η τυχόν ύπαρξη παθογόνων μικροοργανισμών όταν υπάρχουν ενοχλήσεις όπως φαγούρα, τσούξιμο, αυξημένη έκκριση υγρών, πόνος. Μπορεί να γίνει επίσης προληπτικά πριν ή κατα τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης προκειμένου να θεραπευθεί τυχόν λοίμωξη και να αποφευχθούν προβλήματα κατά τη σύλληψη ή την ανάπτυξη του εμβρύου.

Η διαδικασία λήψης είναι απλή. Λαμβάνεται δείγμα από τον κόλπο, με βαμβακοφόρο στυλεό. Στη συνέχεια γίνεται καλλιέργεια του δείγματος η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη του παθογόνου μικροοργανισμού, παρουσία θρεπτικών υλικών. Στη συνέχεια, αν αναγνωριστεί κάποιο μικρόβιο, γίνεται περαιτέρω επεξεργασία για το τεστ ευαισθησίας το οποίο αναγνωρίζει τα αντιβιωτικά στα οποία είναι ευαίσθητος ο παθογόνος μικροοργανισμός για την καταπολέμηση του.

Το εργαστήριο μας καταργεί την κλασσική μέθοδο κατά την οποία η καλλιέργεια γίνεται με την χρήση τρυβλίων καθώς απαιτείται ειδική προετοιμασία που μπορεί να αποβεί χρονοβόρα, ενώ δεν αποκλείονται οι επιμολύνσεις των δειγμάτων.

Η καλλιέργεια εκτελείται στο μικροβιολογικό τμήμα με την χρήση εξειδικευμένων συστημάτων (MYCO WELL D / UROGEN WELL D) για την έγκυρη και άμεση ανίχνευση παθογόνων μικροβίων όπως mycoplasma hominis και άλλων στελεχών του, ureoplasma, Gardnerella vaginalis, Trichomonas vaginalis, Candida albicans και άλλων στελεχών του, Neisseria spp..,streptococcus b., staphylococcus aureus, enterococcus ssp., Escherichia coli.

Η συγκεκριμένη μέθοδος βασίζεται στην χημική αντίδραση που πραγματοποιείται ανάμεσα στον παθογόνο μικροοργανισμό και στον χημικό ή χρωμογόνο παράγοντα που υπάρχει στο συγκεκριμένο υγρό καλλιέργειας. Η αντίδραση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την χρωματική αλλαγή του υγρού καλλιέργειας σηματοδοτώντας την αναγνώριση του συγκεκριμένου μικροβίου. Το πλεονέκτημα αυτών των κιτ είναι η γρήγορη επεξεργασία, ταυτοποίηση και αποτελέσματα από το τεστ ευαισθησίας σε 18-48h.

ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ

Τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης μεθόδου είναι:

  • Απευθείας χρήση του δείγματος χωρίς καμία περαιτέρω επεξεργασία
  • Δεν απαιτείται η χρήση μηχανήματος
  • Ταυτοποίηση του παθογόνου μικροοργανισμού και ταυτόχρονα διενέργεια τεστ ευαισθησίας
  • Εύκολο στην χρήση
  • Αποτελέσματα σε 18-48 ώρες
  • Εσωτερικό control
  • Τιμές ευαισθησίας στα αντιβιωτικά με βάση τα CLSI and EUCAST guidelines

σημαντικές εξετάσεις

Μάθετε περισσότερα για τις πιο σημαντικές εξετάσεις του Minoanlab

ΧΡΕΙΑΖΕΣΤΕ ΕΝΑΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΟ?

Καλέστε στο 2102832268 ή 2810540217 και θα σας παρέχουμε υψηλού επιπέδου συμβουλές και πληροφορίες υγείας.