ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Στα δύο σύγχρονα ιατρικά διαγνωστικά κέντρα της MinoanLab λειτουργεί κυτταρολογικό εργαστήριο τελευταίας τεχνολογίας.

Κυτταρολογικό εργαστήριο:

Τηλέφωνο 210 2832268 (Μεταμόρφωση Αττικής ) / 2810540217  (Ηράκλειο Κρήτης) | Email info@minoanlab.gr

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

Τεστ Παπανικολάου / Pap Test

Το τεστ Παπανικολάου (τεστ ΠΑΠ) ανακαλύφθηκε από  τον Έλληνα γιατρό και βιολόγο Γεώργιο Παπανικολάου, που μελέτησε για πρώτη φορά το κολπικό επίχρισμα σε ινδικά χοιρίδια. Το 1920 πραγματοποίησε τις πρώτες κλινικοεργαστηριακές μελέτες για τη διαγνωστική αξία της κυτταρολογικής εξέτασης του κολπικού επιχρίσματος σε γυναίκες, η οποία πήρε και το όνομά του, τεστ Παπανικολάου, γνωστό και ως τεστ ΠΑΠ. Το 1923 άρχισε να εφαρμόζεται σε γυναίκες ανά τον κόσμο για την έγκαιρη διάγνωση κυτταρικών αλλοιώσεων και νεοπλασιών του τραχήλου της μήτρας. Πιο συγκεκριμένα, το τεστ ΠΑΠ καθιερώθηκε παγκοσμίως ως αναγνωρισμένη ιατρική εξέταση για την ανίχνευση φλεγμονών, καθώς και κυτταρικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας που μπορεί να αφορούν προ-καρκινικά ή καρκινικά κύτταρα.

Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση από τη στιγμή που η γυναίκα ξεκινάει να είναι σεξουαλικώς ενεργή, ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρίσκεται γιατί οι κυτταρικές αλλοιώσεις που οδηγούν στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων ή αλλιώς HPV που μεταδίδεται σεξουαλικά. Σε ηλικίες άνω των 65, συνήθως, απαιτείται η εξέταση ανά διετία.

Η διαδικασία λήψεως γίνεται συνήθως από τον ιατρό γυναικολόγο ή από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδανικά στην μέση του κύκλου της γυναίκας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά το τέλος της έμμηνης ρήσεως και είναι σύντομη και ανώδυνη.  Απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην αλλοιωθούν τα αποτελέσματα είναι η αποχή από την σεξουαλική επαφή για 48 ώρες, να μην έχουν γίνει κολπικές πλύσεις ή χρήσεις άλλων σκευασμάτων όπως κρέμες.

Υπάρχουν δύο τεστ ΠΑΠ που χρησιμοποιούνται: ι) Συμβατικό Τεστ Παπ, ιι) Κυτταρολογία Υγρής Φάσης (LiquidBased Cytology, LBC)

Συμβατικό Τεστ Παπ

Στο Συμβατικό Τεστ Παπ ο γιατρός λαμβάνει πλακώδη κύτταρα από την επιφάνεια του τραχήλου με σπάτουλα, αδενικά κύτταρα από τον ενδοτραχηλικό σωλήνα και μεταπλαστικά κύτταρα από την ζώνη μετάπλασης με βουρτσάκι. Το δείγμα επιστρώνεται απευθείας σε γυάλινη πλάκα και μονιμοποιείται με την χρήση σπρέι ή σε διάλυμα αλκοόλης. Στη συνέχεια ακολουθεί χρώση των κυττάρων για εξέταση στο μικροσκόπιο.

Στο εργαστήριό μας προτείνουμε τη χρήση του πιστοποιημένου με CE ιατροτεχνολογικού προϊόντος Cervex-Brush Combi. To εργονομικό σχήμα του επιτρέπει ταυτόχρονη λήψη κυττάρων ενδοτραχηλικών, εξωτραχηλικών και από τη ζώνη μετάπλασης χωρίς να αυξάνει τα ποσοστά αίματος ή πόνου.

 

To Cervex-Brush Combi ελέγχθηκε και βρέθηκε να

  • Συλλέγει 2-3 φορές περισσότερα ενδοτραχηλικά κύτταρα σε σχέση με την παλιότερη έκδοση Cervex-Brush (P < 0.00001) και παρόμοιο αριθμό πλακωδών κυττάρων με δύο πλήρεις περιστροφές
  • Συλλέγει σημαντικά περισσότερα ενδοτραχηλικά κύτταρα και κύτταρα της ζώνης μετάπλασης (αδενικά και/ή μεταπλαστικά) σε σχέση με συνδυασμό Cytobrush/ σπάτουλα Ayres (p = 0.001)
  • Αυξάνει την ευαισθησία του τεστ PAP στη διάγνωση LSIL & ASCUS έναντι του Cervex-Brush
  • Δίνει σημαντικά μεγαλύτερο HPV ϊικό φορτίο
  • Δίνει υψηλότερα ποσοστά ανίχνευσης του HPV 18 σε HPV τεστ
  • Χρησιμοποιείται τόσο σε τεστ PAP συμβατικό ή υγρής φάσης, καθώς το υδρόφοβο υλικό του απελευθερώνει τα κύτταρα στο υγρό, όσο και σε HPV τεστ.

Παρά το γεγονός ότι η συμβατική μέθοδος είναι καθιερωμένη, παρατηρήθηκαν πολλά περιστατικά κατά τα οποία τα δείγματα έδιναν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα κυρίως λόγω της ποιότητας του δείγματος. Οι κυτταρικές αλλοιώσεις δεν ήταν πάντα διακριτές από τις διάφορες προσμίξεις του δείγματος. Έτσι, χρησιμοποιείται πλέον και το τεστ ΠΑΠ υγρής κυτταρολογίας.

TEST PAP ΥΓΡΗΣ ΦΑΣΗΣ

Το τεστ Παπανικολάου (τεστ ΠΑΠ) ανακαλύφθηκε από  τον Έλληνα γιατρό και βιολόγο Γεώργιο Παπανικολάου, που μελέτησε για πρώτη φορά το κολπικό επίχρισμα σε ινδικά χοιρίδια. Το 1920 πραγματοποίησε τις πρώτες κλινικοεργαστηριακές μελέτες για τη διαγνωστική αξία της κυτταρολογικής εξέτασης του κολπικού επιχρίσματος σε γυναίκες, η οποία πήρε και το όνομά του, τεστ Παπανικολάου, γνωστό και ως τεστ ΠΑΠ. Το 1923 άρχισε να εφαρμόζεται σε γυναίκες ανά τον κόσμο για την έγκαιρη διάγνωση κυτταρικών αλλοιώσεων και νεοπλασιών του τραχήλου της μήτρας. Πιο συγκεκριμένα, το τεστ ΠΑΠ καθιερώθηκε παγκοσμίως ως αναγνωρισμένη ιατρική εξέταση για την ανίχνευση φλεγμονών, καθώς και κυτταρικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας που μπορεί να αφορούν προ-καρκινικά ή καρκινικά κύτταρα.

Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση από τη στιγμή που η γυναίκα ξεκινάει να είναι σεξουαλικώς ενεργή, ανεξάρτητα από την ηλικία στην οποία βρίσκεται γιατί οι κυτταρικές αλλοιώσεις που οδηγούν στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας οφείλονται στον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων ή αλλιώς HPV που μεταδίδεται σεξουαλικά. Σε ηλικίες άνω των 65, συνήθως, απαιτείται η εξέταση ανά διετία.

Η διαδικασία λήψεως γίνεται συνήθως από τον ιατρό γυναικολόγο ή από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδανικά στην μέση του κύκλου της γυναίκας ή τουλάχιστον μία εβδομάδα μετά το τέλος της έμμηνης ρήσεως και είναι σύντομη και ανώδυνη.  Απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην αλλοιωθούν τα αποτελέσματα είναι η αποχή από την σεξουαλική επαφή για 48 ώρες, να μην έχουν γίνει κολπικές πλύσεις ή χρήσεις άλλων σκευασμάτων όπως κρέμες.

Υπάρχουν δύο τεστ ΠΑΠ που χρησιμοποιούνται: ι) Συμβατικό Τεστ Παπ, ιι) Κυτταρολογία Υγρής Φάσης (Liquid-Based Cytology, LBC)

ΤΕΣΤ ΠΑΠ ΥΓΡΗΣ ΦΑΣΗΣ

Στην Kυτταρολογία υγρής φάσης (LBC) Το δείγμα μεταφέρεται σε ειδικό μπουκαλάκι με υγρό το οποίο, μετά από επεξεργασία, δίνει τη δυνατότητα να διαχωριστούν τα κύτταρα από άλλα στοιχεία που μπορεί να συλλέγονται κατά την λήψη του δείγματος όπως βλέννη, αίμα κ.ά.

Τα πλεονεκτήματα αυτής της μεθόδου συνοψίζονται παρακάτω:

  • Υψηλή ευαισθησία
  • Καταλληλότητα δείγματος
  • Χρήση ίδιου δείγματος για περαιτέρω εξετάσεις – ΗPV DNA test –ιδιαίτερα θετικό για την ασθενή που δεν υποβάλλεται στην ίδια διαδικασία
  • Ευκολότερη λήψη
  • Cervex Brush – Combi – καλύτερη λήψη κυττάρων

ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΟΥΡΩΝ

Η κυτταρολογική εξέταση των ούρων χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις για τη διάγνωση κυρίως του καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Μπορεί, ωστόσο, να ανιχνεύσει και τον καρκίνο άλλων οργάνων του ουροποιητικού συστήματος. Ο θεράπων ιατρός θα ζητήσει αυτήν την εξέταση όταν υπάρχει υποψία για καρκίνο ουροδόχου κύστης, νεφρών, ουρητήρων, ουρήθρας ή όταν παρακολουθεί ασθενή που έχει υποβληθεί σε θεραπεία για καρκίνο ουροδόχου κύστης και είναι αναγκαία η έγκαιρη διάγνωση τυχόν υποτροπής.

Τα ούρα, όπως αποβάλλονται από το σώμα, παρασύρουν μαζί τους και κάποια κύτταρα του ουροποιητικού συστήματος ( νεφρά, ουρητήρες, ουροδόχο κύστη, ουρήθρα). Στην περίπτωση όπου υπάρχει κάποιος όγκος σε κάποιο από αυτά τα όργανα, θα συμπαρασυρθούν και καρκινικά κύτταρα, τα οποία θα μπορέσει να αναγνωρίσει ο κυτταρολόγος στο δείγμα των ούρων.

Συγκεκριμένα, με την κυτταρολογική ανάλυση ούρων ανιχνεύονται:

  • νεοπλάσματα της ουροδόχου κύστης και των νεφρών
  • στοιχεία φλεγμονής του ουροποιητικού με χαρακτηρισμό των πυοσφαιρίων (ουδετερόφιλα, πολυμορφοπύρηνα και ιστιοκύτταρα), και του αντιδραστικού χαρακτήρα των επιθηλιακών κυττάρων
  • βακτήρια και άλλοι μικροοργανισμοί (τριχομονάδες κόλπου, μυκητιάσεις του Candida albicans)
  • κυτταροπαθολογικές αλλοιώσεις από ιούς (π.χ. ιός του απλού έρπητα, κυτταρομεγαλοϊός)

 

Για την εξέταση αυτή δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία. Το δείγμα συλλέγεται λίγο μετά την πρώτη πρωινή ούρηση σε αποστειρωμένο ουροδοχείο. Σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται η συλλογή περισσότερων του ενός δειγμάτων σε διαφορετικές ημέρες ή ακόμα και η συλλογή με ειδικό καθετήρα και τη βοήθεια του ιατρού. Τα δείγματα αποστέλλονται έγκαιρα στο κυτταρολογικό εργαστήριο όπου γίνεται η κατάλληλη επεξεργασία τους ώστε να μελετηθούν από τον κυτταρολόγο στο μικροσκόπιο.

ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΤΥΕΛΩΝ ΚΑΙ ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

Η κυτταρολογική ανάλυση των πτυέλων αποτελεί την πιο ανώδυνη εξέταση για τον ασθενή. Φλέγματα, που προέρχονται από βαθύ βήχα, εξετάζονται στο εργαστήριο για τυχόν παρουσία καρκινικών κυττάρων. Οι κυτταρολογικές πτυέλων σε συνδυασμό με την ακτινογραφία θώρακος σε καπνιστές μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα. Σε ποσοστό 80%, ανάλογα με την εντόπιση του όγκου και άλλους παράγοντες, οι κυτταρολογικές πτυέλων μπορούν να διαγνώσουν τον καρκίνο του πνεύμονα. Το πλεονέκτημα της κυτταρολογικής είναι η ικανότητά της να ανιχνεύει καρκινικά κύτταρα, πριν ακόμη ο όγκος γίνει ορατός στην ακτινογραφία ή την βρογχοσκόπηση.

Εκτός από τα πτύελα, κυτταρολογική εξέταση μπορεί να γίνει και στο υγρό που λαμβάνει ο θεράπων ιατρός με θωρακοκέντηση, δηλαδή με αναρρόφηση από τον πνεύμονα με τη βοήθεια λεπτής βελόνας και μιας σύριγγας. Σε κάθε περίπτωση, το υλικό που προέρχεται από το αναπνευστικό σύστημα εξετάζεται μετά από κατάλληλη επεξεργασία μικροσκοπικά από τον κυτταρολόγο για την τυχόν ανίχνευση καρκινικών κυττάρων. Επιπλέον, ο κυτταρολόγος μπορεί να διαγνώσει λοιμώξεις και φλεγμονώδεις νόσους και να συμβάλει στην καταλληλότερη για κάθε περίπτωση θεραπεία.

ΕΚΚΡΙΜΑ ΘΗΛΗΣ ΜΑΣΤΟΥ

Στις μέρες μας το 50-70% των γυναικών που αναπτύσσουν καρκίνο του μαστού δεν έχουν κανένα ανησυχητικό προειδοποιητικό σύμπτωμα. Το τεστ Παπ μαστού μπορεί να βοηθήσει τον κλινικό ιατρό να αναγνωρίσει έγκαιρα τις γυναίκες που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου και που έχουν πολύ υψηλές πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο μαστού στο μέλλον. Τακτική επανάληψη του τεστ Παπ μαστού εξασφαλίζει την πρώιμη και έγκαιρη διάγνωση προκαρκινικών αλλοιώσεων γύρω από τη θηλή και τους μεγάλους γαλακτοφόρους πόρους. Σε συνδυασμό με μαστογραφία, υπερηχογράφημα και ψηλάφηση μαστών, προσφέρει υψηλού βαθμού προστασία από τον καρκίνο του μαστού.

Το τεστ Παπ μαστού αποτελεί μια μη επεμβατική, ανώδυνη, εξέταση που διαρκεί μόλις 5 λεπτά. Πρόκειται για ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο συλλογής εκκρίματος από τις θηλές των μαστών. Τακτική επανάληψη του τεστ Παπ μαστών εξασφαλίζει αποτελεσματική και έγκαιρη πρόληψη των θηλωμάτων του μαστού.

Όλες οι γυναίκες μπορούν να κάνουν το τεστ Παπ μαστού. Υπάρχουν όμως ομάδες γυναικών που έχουν απόλυτη ένδειξη. Αυτές είναι:

  • Γυναίκες 25-55 ετών
  • Έχουν λάβει για μεγάλο διάστημα αντισυλληπτικά
  • Παχύσαρκες
  • Καπνίστριες
  • Υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου μαστού και ωοθηκών
  • Εμφανίζουν έκκριμα από την θηλή
 FNA του μαστού

Η παρακέντηση μαστού με λεπτή βελόνη (FNA μαστού) είναι ευρέως αποδεκτή διαγνωστική μέθοδος, που έχει αντικαταστήσει σε πολλές περιπτώσεις την ανοιχτή χειρουργική βιοψία και έχει καταστήσει δυνατό τον καθορισμό της οριστικής θεραπείας προεγχειρητικά. Ψηλαφητές αλλοιώσεις μπορούν θαυμάσια να παρακεντηθούν με λεπτή βελόνη (23G ή μικρότερη), ενώ είναι δυνατή η παρακέντηση ακόμη και μικρότερων, μη ψηλαφητών αλλοιώσεων, με τη βοήθεια απεικονιστικών τεχνικών, κυρίως υπερηχοτομογράφου. Με την FNA μαστού ένας έμπειρος κυτταρολόγος ιατρός μπορεί να διαγνώσει με αρκετά μεγάλη ακρίβεια φλεγμονώδεις παθήσεις, πρωτοπαθή νεοπλάσματα, μεταστατικούς όγκους, άτυπες επιθηλιακές αλλοιώσεις ή την  υποτροπή καρκίνου του μαστού.

 

Τα πλεονεκτήματα της FNA συνοψίζονται στα εξής:

  • Χαμηλό κόστος
  • Είναι ελάχιστα τραυματική τεχνική
  • Είναι καλά αποδεκτή από ιατρούς και ασθενείς
  • Παρέχει γρήγορο και αξιόπιστο αποτέλεσμα
  • Βοηθά στον προεγχειρητικό σχεδιασμό της θεραπείας
  • Μπορούν να εφαρμοστούν ανοσοκυτταροχημικοί ή μοριακοί δείκτες
  • Εκτιμώνται πολλά οζίδια/αλλοιώσεις
  • Διαφοροδιαγιγνώσκει μαστίτιδα από φλεγμονώδες καρκίνωμα και ενδομαστικούς λεμφαδένες από επιθηλιακές αλλοιώσεις, ιδιαίτερα στην περιοχή της ουράς του μαστού
  • Αποφεύγεται η ανοιχτή βιοψία σε μη νεοπλασματικές αλλοιώσεις, σε ανεγχείρητους ή υποτροπιάζοντες καρκίνους
  • Παρέχει ακριβή και γρήγορη εκτίμηση της υποτροπής σε τοπικά αναπτυσσόμενους καρκίνους (ιδίως υποτροπή στο θωρακικό τοίχωμα) για καλύτερη σταδιοποίηση του όγκου
  • Ανακουφίζει την ασθενή μετά την κενωτική παρακέντηση κύστης

Είτε πρόκειται για το έκκριμα θηλής, είτε για την FNA μαστού, ο ιατρός απλώνει το υλικό σε λεπτή γυάλινη πλάκα την οποία στέλνει στο κυτταρολογικό εργαστήριο για χρώση και μικροσκοπική εξέταση.

FNA ΘΥΡΟΕΙΔΟΥΣ ΑΔΕΝΑ

Η παρακέντηση θυρεοειδούς με λεπτή βελόνη (FNA) είναι μια διαδικασία που λαμβάνει υλικό από τον όζο για ιστολογικό έλεγχο και είναι ο πλέον αξιόπιστος τρόπος για επιβεβαίωση ή αποκλεισμό παρουσίας καρκίνου. Η παρακέντηση γίνεται υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση, δηλαδή με συνεχή παρακολούθηση της βελόνας με υπέρηχο, ώστε να εξασφαλίζεται: α) ασφάλεια από πιθανή κάκωση παρακείμενων δομών β) λήψη υλικού από τον όζο και όχι από τον παρακείμενο φυσιολογικό ιστό γ) λήψη υλικού από την πιο ύποπτη περιοχή του όζου. Η FNA με υπερηχογραφική καθοδήγηση σήμερα είναι πια αποδεκτή σαν η πλέον ανώδυνη, χαμηλού κόστους σε σχέση με την ανοικτή βιοψία, εύκολη, ανεκτή από τον ασθενή, τραυματίζοντας ελάχιστα και με σπανιότατες επιπλοκές (αιμορραγία, οίδημα και φλεγμονή). Αν η παρακέντηση γίνει σωστά, η ευαισθησία της ξεπερνάει το 95%, ενώ η ειδικότητα είναι πάνω από 90% (ανάλογα με την ιστολογική διάγνωση).

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΓΡΩΝ

Η κυτταρολογική εξέταση των υγρών συλλογών σωματικών κοιλοτήτων είναι η πιο απλή εξέταση για μια οριστική διάγνωση κακοήθους προέλευσης της συλλογής. Επιπλέον, κυτταρολογική εκτίμηση της περιτοναϊκής κοιλότητας και του δουγλάσειου χώρου μπορεί να γίνει και μετά από έκπλυση (washing). Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχουν τέσσερις κοιλότητες του σώματος στις οποίες μπορεί να συσσωρευτεί υγρό (δεξιά και αριστερή πλευρική κοιλότητα, περιτοναϊκή κοιλότητα, περικαρδική κοιλότητα). Παρόλο αυτά υπάρχουν πάρα πολλές αιτίες εκχύσεων.

Η συσσώρευση υγρών κατατάσσεται σε 4 κατηγορίες: την υδροστατική, τη μολυσματική, τη μη μολυσματική, τη φλεγμονώδη και την κακοήθη. Επίσης τα υγρά των σωματικών κοιλοτήτων διακρίνονται σε διϊδρώματα και εξιδρώματα, μια διάκριση που γίνεται με βάση τη χημική ανάλυση του υγρού. Τα διϊδρώματα έχουν χαμηλό αριθμό κυττάρων και πρωτεϊνών και προκαλούνται από καρδιακή ανεπάρκεια ή ανισορροπία της πρωτεϊνο-ηλεκτρολυτικής αναλογίας. Τα εξιδρώματα αντίθετα έχουν υψηλή κυτταροβρίθεια, συχνά λόγω μιας ενεργούς φλεγμονώδους διαδικασίας που επηρεάζει την κοιλότητα του σώματος.

Τα κυτταρολογικά υλικά μπορεί να ληφθούν:

  • Mε παρακέντηση (θώρακος, περιτοναίου, περικαρδίου, δουγλασείου)
  • Mε λήψη επιχρισμάτων κατά την ενδοσκόπηση (λαπαροσκόπηση, θωρακοσκόπηση, περικαρδιοσκόπηση)
  • Mε αναρρόφηση με λεπτό καθετήρα
  • Mε παροχέτευση της υπό διερεύνηση κοιλότητας (μεσοθωράκιο, περικάρδιο, περιτόναιο).

 

Για να αποφευχθεί πήξη του αίματος, το δείγμα λαμβάνεται σε ηπαρινισμένα δοχεία. Το δείγμα μπορεί να διατηρηθεί στο ψυγείο σε θερμοκρασία 4°C, για πολλές ημέρες χωρίς κανένα πρόβλημα. Στη συνέχεια το υλικό μπορεί να φυγοκεντρηθεί και το ίζημα να παρασκευαστεί σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες κυτταρολογικές μεθόδους.

ΚΥΤΤΑΡΟΛΟΓΙΚΗ  ΔΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΝ

Η κυτταρολογική εκτίμηση του υλικού που λαμβάνεται με παρακέντηση διά λεπτής βελόνης (Fine Needle Aspiration Cytology, FNAC) αποτελεί μια ευρύτατα διαδεδομένη και επιστημονικά παραδεκτή μέθοδο διαγνωστικής προσέγγισης παθήσεων που αφορούν σε πολλά όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Παρότι η FNA έχει αποδώσει πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα στη διαγνωστική διερεύνηση δερματικών αλλοιώσεων, η χρήση της δεν είναι ευρεία, πιθανόν λόγω της ευχέρειας της χειρουργικής αφαίρεσης και ιστολογικής εξέτασης οποιουδήποτε δερματικού ογκιδίου. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, στις οποίες η προεγχειρητική διάγνωση είναι απαραίτητη για το σωστό σχεδιασμό της θεραπείας που θα ακολουθηθεί. Η χρήση τέτοιων σχημάτων θεραπείας έχει ιδιαίτερη σημασία για άτομα μεγάλης ηλικίας με καρδιακές παθήσεις ή υπό συστηματική θεραπευτική αγωγή, καθώς και για άτομα με πολλαπλές και εκτεταμένες δερματικές βλάβες, των οποίων η χειρουργική αφαίρεση θα προκαλούσε σημαντικές επιπλοκές, ενώ η αισθητική αποκατάσταση θα απαιτούσε μεταμόσχευση σημαντικής έκτασης δερματικού κρημνού.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, η FNA μπορεί να επιβεβαιώσει την παρουσία ή την απουσία κακοήθειας, αλλά και τον ιστολογικό τύπο της υπό παρακέντηση εξεργασίας. Η διαδικασία είναι ελάχιστα τραυματική, ασφαλής, μειωμένου χρηματικού κόστους και πολύ καλά αποδεκτή από τον ασθενή και τους οικείους του. Η χρήση FNAC δικαιολογείται ειδικά σε εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να διερευνηθεί τυχόν υποτροπή ενός παλαιότερα εμφανισθέντος και ιατρικά αντιμετωπισθέντος νεοπλάσματος. Η χρήση της FNAC καθίσταται περισσότερο ενδεδειγμένη όταν πρέπει να αξιολογηθούν πολλαπλές αλλοιώσεις ύποπτες υποτροπής παλαιότερης νεοπλασματικής εξεργασίας. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά στην περίπτωση του βασικοκυτταρικού καρκινώματος (BCC), ενός δερματικού όγκου πασίγνωστου για τις συχνές τοπικές υποτροπές του. Υπολογίζεται ότι το 40% των ασθενών με BCC παρουσιάζουν τοπική υποτροπή της νόσου εντός 10 μόλις ετών από την αρχική χειρουργική εξαίρεση του όγκου.

ΥΠΕΥΘΥΝΗ στο κυτταρολογικό εργαστήριο

Δύναμη μας η γνώση μας...

Τσιχλή Άννα

Κυτταρολόγος